Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

Ο Παναγιώτης Κοτρωνάρος, παραδίδει μαθήματα ζωής από την κορυφή του κόσμου

 Eμεινε τρεις μήνες στο βουνό τρώγοντας ξηρά τροφή, κουβαλώντας φιάλες οξυγόνου και κάνοντας οικονομία στις δυνάμεις του προκειμένου να κατακτήσει το Εβερεστ.Εκτοτε ο Ελληνας ορειβάτης παραδίδει μαθήματα life coaching διδάσκοντας τους εκατοντάδες φαν του πώς να πετούν πάνω από τα όνειρά τους...



Μάιος  2004. Ο Παναγιώτης Κοτρωνάρος μαζί με μια εννεαμελή ομάδα Ελλήνων ορειβατών πετούν από το αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος» για το Νέο Δελχί και από κει για το Νεπάλ. Υστερα από πολλές ώρες πτήσεις φτάνουν στην Κατμαντού με διάθεση για περιπέτεια. Η ομάδα θα χωριστεί σε υποομάδες δύο ή τριών ατόμων και η ιστορία της ανάβασης θα ξεκινήσει.

Σε περίπου 60 ημέρες ο Ελληνας ορειβάτης βρίσκεται κυριολεκτικά μιαν ανάσα από την κορυφή του κόσμου. «Την τελευταία ημέρα περπατούσα αποκαμωμένος. Η παγωνιά μού είχε περονιάσει το σώμα, αλλά το αίμα μου έβραζε καθώς έβλεπα την κορυφή. Το προηγούμενο βράδυ είχα αραιώσει ένα σακουλάκι σκόνης βοδινού μέσα σε νερό, είχα μιλήσει στη γυναίκα μου που βρισκόταν στην κατασκήνωση βάσης, στους πρόποδες του βουνού, και είχα φέρει στον νου μου την οικογένειά μου.

Είχα ανάψει κεράκι στην Παναγία φεύγοντας και ήμουν σίγουρος ότι θα τα καταφέρω. Εκανα τα τελευταία μέτρα κουρασμένος. Τα πόδια μου, λόγω ατμοσφαιρικής διαφοράς, ίσα-ίσα που πήγαιναν. Το να κάνεις έστω και ένα βήμα στα 8.000 μέτρα υψόμετρο είναι σαν να περπατάς χιλιόμετρα. Πήρα μια μικρή ανάσα και συνέχισα… Οταν έφτασα στην κορφή αισθάνθηκα ότι βρέθηκα στη στέγη του Κόσμου. Εβγαλα την ελληνική σημαία και την κάρφωσα στο χιόνι. Επειτα πήρα τη φωτογραφία του ανθρώπου που με ενέπνευσε για το εγχείρημα αυτό και ο οποίος χάθηκε σε κάποια από τις αναβάσεις προετοιμασίας και την τοποθέτησα δίπλα στη σημαία. Ενιωσα μια απέραντη συγκίνηση και αισθάνθηκα την ανάγκη να κοιτάξω κάτω.

Εβγαλα τα γυαλιά και ένιωσα δέος…». Το βουνό είναι ένας άλλος κόσμος και ο Παναγιώτης Κοτρωνάρος το γνωρίζει καλά: «Πολύ συχνά οι μαθητές μου αλλά και ο απλός κόσμος με ρωτούν τι είναι αυτό που με κάνει να εγκαταλείπω τη σιγουριά της πόλης και τις ανέσεις της καθημερινότητας για μια προσπάθεια που εμπεριέχει πόνο, κόπο και υψηλή δόση κακουχίας. Είναι η προσπάθεια να αναμετρηθώ με τον εαυτό μου. Είναι η δύναμη της ψυχής που με οπλίζει. Το ότι μπορείς να ανέβεις στο Εβερεστ ισοδυναμεί με την πραγμάτωση οποιουδήποτε στόχου, όσο υψηλός κι αν είναι...».

Ο Παναγιώτης Κοτρωνάρος αγαπούσε τον αθλητισμό από μικρό παιδί. Κατά τα εφηβικά του χρόνια γίνεται αθλητής μεγάλων αποστάσεων σε στίβο και κολύμπι, ενώ λίγο αργότερα μυείται στην ορειβασία. Χάρη στις επιδόσεις του, λοιπόν, κερδίζει εύκολα μια θέση στην εθνική ομάδα. Εχει διασχίσει κολυμπώντας δέκα φορές τον Τορωναίο κόλπο, από την Κασσάνδρα στη Σιθωνία, και άλλες τρεις φορές τον Μεσσηνιακό, δηλαδή μια απόσταση 33 χιλιομέτρων. «Το να παρατείνω τα όριά μου είναι μια πραγματική πρόκληση», παραδέχεται χαμογελώντας και συνεχίζει: «Αυτό συμβαίνει και στα βουνά.

Εχω περπατήσει σε 40 διαφορετικές βουνοκορφές ανά τον κόσμο: από το Κιλιμάντζαρο και το Ελμπρούς στον Καύκασο έως το Τσιμποράσο στο Εκουαδόρ και το Κινάμπαλου στη Νοτιοανατολική Ασία». Κάθε τέτοια διαδρομή αποτελεί για τον Παναγιώτη Κοτρωνάρο μια διαφορετική περιπέτεια. Οταν βρέθηκε για πρώτη φορά στα Ιμαλάια, ένιωσε την ανάγκη να φτάσει στο υψηλότερο σημείο τους. «Με ενοχλούσε το γεγονός πως όποτε άνοιγα κουβέντα για το Εβερεστ οι περισσότεροι με αποθάρρυναν λέγοντάς μου το κλασικό ‘‘δεν μπορείς’’. Είμαι θετικός και αισιόδοξος άνθρωπος, ξέρω τους κανόνες ασφαλείας και τις δυνάμεις μου και επιχειρώ να κατακτήσω με τόλμη αυτά που ονειρεύομαι, έστω κι αν κάποιες φορές ορισμένα περιστατικά με καταβάλλουν ψυχολογικά. Το να χάσεις, για παράδειγμα, έναν συνοδοιπόρο σου δεν είναι και το πιο απλό πράγμα…».

Τον ρωτώ πότε βίωσε μια αντίστοιχη εμπειρία και χωρίς να το σκεφτεί μου απαντά: «Συνέβη με τον Χαράλαμπο Τσουπρά, κορυφαίο ορειβάτη της γενιάς μου. Είχαμε πάει στο όρος Νταουλαγκίρι, στο πλαίσιο της προετοιμασίας για το Εβερεστ. Επρεπε να μαζέψουμε εμπειρία. Είχαμε περάσει 40 ημέρες μαζί και είχαμε σχεδόν αγγίξει την κορυφή. Ημασταν εξαντλημένοι, οι καιρικές συνθήκες δεν ήταν και οι ιδανικότερες και εμείς δεν ξέραμε αν θα τα καταφέρουμε. Κάποια στιγμή και ενώ ανέβαινα θυμήθηκα τις συμβουλές των παλαιότερων που έλεγαν ότι πρέπει να επιστρέφουμε όσο υπάρχει φως. Είχαμε μια ελαφρά απόσταση μεταξύ μας, καθώς ο Χαράλαμπος προπορευόταν. Είδα το ρολόι μου, αξιολόγησα τις δυνάμεις μου και του έκανα νόημα ότι επιστρέφω. Εκείνος είχε διαφορετική άποψη και θέλησε να συνεχίσει. Γύρισα στη βάση μας και τον περίμενα στη σκηνή, αλλά δεν τον ξαναείδα ποτέ. Οταν συνειδητοποίησα ότι ο συναθλητής μου χάθηκε, ένιωσα κάτι σαν τρέλα.

Ημουν ράκος, αλλά λειτούργησε το αίσθημα της αυτοσυντήρησης. Παρέμεινα να τον περιμένω στα 7.600 μέτρα τρεις ολόκληρες ημέρες. Οταν πήρα την απόφαση να κατέβω, ήμουν σωματικά στα όριά μου. Κάποιες ημέρες μετά συνάντησα τη γυναίκα του και τα δυο του παιδιά και ένιωσα ότι δεν είχα τι να τους πω». Ο διακεκριμένος Ελληνας ορειβάτης γνωρίζει ότι σε τέτοιους είδους αποστολές η οικογένεια βιώνει τη δική της αγωνία. «Ευτυχώς για μένα, η γυναίκα μου Αλεξάνδρα Κουκούτση έχει εξοικειωθεί με τις αγριότητες, αφού εργάστηκε επί σειρά ετών ως ορθοπεδικός στο νοσοκομείο ΚΑΤ και είναι πλήρως συμβιβασμένη με τη συγκεκριμένη ενασχόλησή μου. Γνωρίζει, όπως γνωρίζουν και τα παιδιά μου, ότι το βουνό είναι για μένα το οξυγόνο που χρειάζομαι και έχουν αποδεχτεί ότι δεν ζω χωρίς αυτό. Απλά τους έχω υποσχεθεί ότι για καμιά επίδοση, όσο μεγάλη κι αν είναι, δεν θα διακινδυνεύσω ποτέ τη σωματική μου ακεραιότητα».

Πηγή: protothema.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το OLYMPUSMT σας ευχαριστεί για το σχόλιό σας!